Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MaNNi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MaNNi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

CaPTaiN AmeRiCa : ThE WiNteR SoLdiER (2014)


Plot: Ο Steve Rogers δυσκολεύεται να συνηθίσει το ρόλο του στον σύγχρονο κόσμο και μπαίνει στη μάχη με μια καινούρια απειλή από τον παρελθοντικό κόσμο : Τον Σοβιετικό πράκτορα γνωστό με την ονομασία ο Στρατιώτης του Χειμώνα.

A.K.A. / Captain America 2: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα
Dir / Anthony Russo & Joe Russo
Act / Chris Evans, Samuel L. Jackson, Scarlett Johansson

Μπερδεμένοι καιροί για το σινεμά. Κάθε χρόνο έχουμε Franchise τριλογίες, πενταλογίες, ταινίες που συγκοινωνούν και αλληλοσυμπληρώνονται. Χρόνο με το χρόνο εδραιώνεται η λογική ότι κινηματογράφος πλέον στα μάτια της αμερικάνικης μεγάλο-βιομηχανίας έχει σαν στόχο τους (όχι και τόσο) ανήσυχους νέους. Όλες οι ταινίες πλέον ελέγχονται εξονυχιστικά και το studio για να εγκρίνει τη διανομή  υπάρχουν κανόνες. Απαγορεύεται το κάπνισμα, η γλώσσα είναι προσεγμένη και η βία έχει μια πολλή συγκεκριμένη αισθητική.
Όλα Politically Correct να μην προσβληθεί κανείς και ο δημιουργός σκηνοθέτης στο ρόλο μαέστρου να κουμαντάρει σωστά μια παραγωγή της τάξεως των 200.000.000$ και πάνω. Δεν μπορείς, βέβαια, να αδικήσεις τα studio που πληρώνουν έναν εθνικό προϋπολογισμό για μια ταινία και θέλουν να είναι σίγουροι για το κέρδος τους. Το βάρος πέφτει στο κοινό.

Και πριν κάποιος κατηγορήσει τη νέα γενιά που επιλέγει και κατακλύζει τα multiplex σαν πρόβατα, μην ξεχάσουμε ότι οι ενήλικες έχουν βιδωθεί στις πολυθρόνες τους περιμένοντας το Game Of Thrones.Το κέρδος που πηγάζει από το ενδιαφέρον του κοινού είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας.  Όταν ο κόσμος, πραγματικά, δεν έδινε δεκάρα για φανταχτερούς υπερήρωες, έβγαζαν σε βίντεο μπαρμπάδες ντυμένους με πολύχρωμες μάλλινες φορεσιές ή body painted,με περούκες, να χοροπηδάνε σαν τα κατσίκια (Batman εξαιρουμένου).
«Παιδικές» ταινίες λοιπόν και ήρωες από κόμικ είναι η σύγχρονη φρενίτιδα. Ο παραγωγός μιας ταινίας δεν έχει να προσέξει μόνο τα παιδία και πως  θα καταλάβουν τη ταινία,  έχει και τους ενήλικες που χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Αυτούς που απλά θα πάνε να δουν μια ταινία, να περάσουν 2 ώρες ευχάριστα και αυτούς που έχουν φάει τα κόμικ με το κουτάλι και έχουν απαιτήσεις οι ήρωες τους να έχουν συνέπεια με το πρωταρχικό υλικό. Χάος……
Σε γενικές γραμμές ένας απλός θεατής δύσκολα να δυσαρεστηθεί με αυτές τις ταινίες, αν ο σκοπός του είναι ποπ κορν, κοκα κολα και τα μυαλά στα κάγκελα, κάτι το οποίο είναι απόλυτα θεμιτό και αναγκαίο (η ανέκαθεν λογική του blockbuster). Κάποιες ταινίες καταφέρνουν να ξεπεράσουν προσδοκίες (Watchmen) κάποιες δημιουργούν στερεότυπα “ενήλικων” κόμικ (Batman) κάποιες χωρίς να είναι “σκοτεινές”, με την αφέλεια τους γοητεύουν τους πάντες (αυτό έχει να κάνει πιο πολύ με τις ταινίες της Marvel).
Κάπου εδώ μπαίνει και ο καπετάν Αμερικάνος. Η πρώτη μεταφορά του χαρακτήρα αυτού (όχι δεν θα μπω στη διαδικασία να μιλήσω για τις προηγούμενες προσπάθειες των αρχών του ‘90) μπορείς να πεις ότι έπιασε τον πιο παρδαλό από τους παρδαλούς ήρωες και έδωσε μια σοβαρή νότα, χωρίς να ξεφεύγει και να γίνεται μπασταρδάκι του Christopher Nolan (Dark Knight), στρώνοντας το χαλί να μπει και αυτός στο πάνθεον των ηρώων των Avengers.
 Η δεύτερη προχωράει ένα βήμα μπροστά. Στοιχεία espionage και πνεύμα περιπετειών άλλης εποχής μπαίνουν στο παιχνίδι. Ένα τόνο κάτω τα CGI εφέ (τηρουμένων των αναλογιών), περισσότερα πρακτικά εφέ και ένας ήρωας από άλλη εποχή να προσπαθεί να επιβάλει την ασπρόμαυρη λογική του μέσα σε ένα κόσμο γεμάτο αμφιλεγόμενους, γκρίζους ηθικά, χαρακτήρες. Ο καπεταναίος μας δεν έχει εσωτερικές συγκρούσεις αλλά δεν είναι και άτρωτος. Είναι σχεδόν ανανεωτικό να βλέπεις μια πλοκή παλαιάς κοπής όπου επιτέλους παρακάμπτεται τα στερεοτυπικό, πλέον, «ο χειρότερος εχθρός είναι ο εαυτός». Κερασάκι στη τούρτα ο Ρομπερτ Ρεντφορντ, με την παρουσία, του να δίνει τις ευλογίες του στη σημερινή γενιά, σε μια ταινία που θέλει να σεβαστεί το παρελθόν αλλά και να πατήσει και στο σήμερα και που σίγουρα θα αφήσει το στίγμα της.





3.0 / 5.0

MaNNi

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

PaSooKKooN (2010)



Plot: Τρεις κολλητοί φίλοι θεωρούν πως η φιλία τους θα κρατήσει παντοτινά. Όμως μερικές μικρές ρωγμές που εμφανίζονται ανάμεσα τους αρχίζουν να τους επηρεάζουν σε τέτοιο βαθμό που τους οδηγεί σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή.


Α.Κ.Α. / Bleak Night (Eng)
Dir / Sung-Hyun Yoon
Act /  Je-hoon Lee, Jung-min Park, Jun-young Seo


Tο Holywood έχει χτίσει με τα χρόνια στεγανά και στερεότυπα. Σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής υπάρχει μια προδιαμορφωμένη ιδέα που με τη δύναμη του κινηματογράφου μπορεί πλέον μια συμπεριφορά να χαρακτηριστεί αποδεκτή ή κατακριτέα όταν τη βλέπουμε στο πανί. Οι παράμετροι που όρισαν τις στερεοτυπικές αντιλήψεις δεν έχουν μια σαφή αφετηρία έχουν όμως φανερό αποτέλεσμα στη ψυχολογία του θεατή. 
Το “bullying”και η παιδική βία είναι ένα θέμα που απασχολεί και προβληματίζει και έχει αποτυπωθεί πολλές φορές κινηματογραφικά, με πολύ συγκεκριμένη οπτική.
Από το 90% των μεταφορών των βιβλίων του Stephen King μέχρι τo Back To The Future, υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο 'ο πρωταγωνιστής, περιθωριακός και συμπαθής, είναι αντιμέτωπος με την ανεξέλεγκτη βία μιας ομάδας παιδιών που είτε είναι σε ένα πιο βαθύ περιθώριο, είτε είναι ανώτερης τάξης. 

Αυτή η σύγκρουση είναι που πυροδοτεί την όλη πλοκή και επιπλέον δίνει το συναισθηματικό πάτημα στον θεατή να ταυτιστεί και να συμπάσχει με τα παθήματα του ήρωα. 
Αυτοί που ασκούν βία είναι αδικαιολόγητοι και εύκολα αντιπαθείς ενώ αυτός που δέχεται τη βία έχει μια πιο πλήρη ανάπτυξη χαρακτήρα, που ακόμα και όταν έχει μειονεκτήματα δίνεται σεναριακή “υποστήριξη”.

Από την πλευρά του δημιουργού αυτή είναι μανιέρα για εύκολη επιτυχία (ακόμα και όταν γίνεται μερική προσπάθεια ανασύνταξης του κανόνα βλέπε “Christine” του John Carpenter) . Από τη πλευρά του ο θεατής γοητεύεται και μπορεί να ξεχωρίσει που πρέπει να ταυτιστεί ώστε να νοιώσει την κινηματογραφική εμπειρία χωρίς δυσκολία. 
Η συνταγή αυτή, στα χέρια ενός ταλαντούχου σκηνοθέτη, έχει προσφέρει και καλές ταινίες που εκμεταλλευόμενος τις όποιες σεναριακές ευκολίες μπορεί να κατευθύνει τα συναισθήματα του θεατή, παράγοντας, τρόμο (Carrie), νοσταλγία (Stand By Me) ή γέλιο (Back To The Future).
 Μια μικρή ταινία από τη Κορέα όμως δεν ακολουθεί αυτή τη λογική. Πιο συγκεκριμένα δεν ακολουθεί κανένα εύκολο δρόμο. 
Υπάρχει μυστήριο, υπάρχει παιδική βία, υπάρχει ένας γονιός  που προσπαθεί να βρει απαντήσεις, υπάρχει η γοητεία της παιδικής αφέλειας, στοιχεία που αν μπουν σε μια σειρά συνθέτεται μια ταινία έτοιμη να πουλήσει. Εδώ όμως δεν έχουμε κάτι τέτοιο.
 Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί και δεν υπάρχει ξεκάθαρος πρωταγωνιστής. Η ενηλικίωση είναι στο κέντρο με τους έφηβους που προσπαθούν να χωρέσουν στον κόσμο, να φερθούν σαν ενήλικες, να μάθουν τους κανόνες στη ζωή και στο τέλος να βιώσουν τη μοναξιά και την απογοήτευση.


Τα χρώματα της ταινίας είναι γκρίζα όπως και η πραγματικότητα σε αυτή την ιστορία. Δεν υπάρχει σε καμιά περίπτωση επιτηδευμένα καταθλιπτική ατμόσφαιρα, με απίθανες συμπτώσεις που αποσκοπούν στη συναισθηματική φόρτιση ' απλή καθημερινή ιστορία σαν αυτή του παιδιού απέναντι, σαν αυτή που μπορεί να έζησες και εσύ... 
Η παρεϊστικη ατμόσφαιρα των ανηλίκων είναι τρομακτικά πετυχημένη προσπερνώντας κάθε πολιτισμικό χάσμα που μπορεί να υπάρχει μεταξύ Ελλάδας – Κορέας. 
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει σε όλους τους ηθοποιούς που προσφέρουν ερμηνείες που ξεπερνούν κάθε προσδοκία.
 Μια μικρή ένσταση είναι στο τρόπο που εκφράζουν τα συναισθήματα τους τα παιδιά, που ανά στιγμές ξεχνάς ότι μπορεί να είναι 15 χρονών δίνοντας τους τουλάχιστον 7 χρόνια επιπλέον. Πταίσμα, που μπορεί να προσδοθεί και στη πρόθεση των δημιουργών.
 Να αναφέρω, άραγε, ότι η ταινία δεν είναι τίποτα άλλο από πτυχιακή εργασία του Yoon Sung-hyun  στην Korean Academy of Film Arts, που σάρωσε σε βραβεύσεις το 2010 ; 

4.5/5.0

MaNNi


Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ "BLADE RUNNER FINAL CUT"






Είναι εύκολο να χαθείς ανάμεσα στις διάφορες εκδόσεις του "Blade Runner". Από το 1982 (που κυκλοφόρησε)  μέχρι σήμερα έχει 5 επίσημες εκδόσεις, με μεγάλες ή και μικρές αποκλίσεις μεταξύ τους στις οποίες οι δημιουργοί είχαν μικρό λόγο. 

Το παραπλανητικά ονομαζόμενο «Directors Cut» που κυκλοφόρησε το 1991 ήταν απλά βασισμένο σε σημειώσεις του Scott και με καμιά ανάμιξη από τον ίδιο. Τουλάχιστον ο σκηνοθέτης επανέφερε το τέλος που ήθελε και αφαιρέθηκε η αφήγηση κατά την διάρκεια της ταινίας. 

Το 2007 ο Ridley Scott θέλησε να βάλει ένα τέλος και επέβλεψε το “Final Cut”, όπου και είναι αυτό που αποτελεί την αφορμή για αυτή την σύντομη ματιά σε αυτό το αριστούργημα.



Ας ξεκινήσουμε με ένα ερώτημα.
Γιατί όλος αυτός ο χαμός με τις διαφορετικές εκδόσεις; 
Η απάντηση είναι απλή. 
Ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του και το studio φοβήθηκε ότι δεν θα καταλάβει ο κόσμος τίποτα. Όχι βέβαια ότι άλλαξαν και πολλά πράγματα με την κοπτοραπτική καθώς όταν προβλήθηκε ήταν εμπορική αποτυχία (ειδικά στη βόρειο Αμερική), ενώ δίχασε και τους κριτικούς. Τα πράγματα άλλαξαν όταν κυκλοφόρησε στη νεοσύστατη, τότε, αγορά του βίντεο, όπου απέκτησε cult status, για να μιλάμε πλέον για μια κλασσική ταινία με τεράστια επιρροή και εκτός κινηματογράφου (λόγου χάρη στο cyberpunk).

Η παραγωγή είχε προβλήματα από την αρχή, από το ξεκίνημα της ιδέας να γίνει ταινία το βιβλίο του P.K DickDo androids dream of an electric sheep?”.  
Ο Dick χαρακτηριζόταν ως παράξενος και ιδιόρρυθμος, γιατί δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο Hollywood (…) για το πως θα διαχειριστεί το έργο του.  Ο παραγωγός Michael Deeley έχοντας και περγαμηνές για την δουλειά του όπως στο Deer Hunter, The Italian Job, The Man Who Fell To Earth, κατάφερε να τον πείσει. Στο άρμα της παραγωγής τότε προστέθηκε ο Ridley Scott, που όταν κατέρρευσε η προσπάθεια του να γυρίσει το Dune και τον ταυτόχρονο θάνατο του μεγάλου του αδερφού, αναζήτησε ένα εύκολο project να καταπιαστεί, ώστε να ξεχαστεί. Πιο έξω, σίγουρα, δεν θα μπορούσε να πέσει όπως θα δούμε αργότερα.
 
Επιστολή του Dick σχετικά με το "Blade Runner"
Η επιλογή του πρωταγωνιστή ήταν το επόμενο ένα θέμα. 
Ο Harrison Ford δεν ήταν ο πρώτος στη λίστα. Όσο και αν φαίνεται δύσκολο πλέον να το φανταστεί κάποιος, δοκιμαστικά είχε ξεκινήσει ο Dustin Hoffman μέχρι που τελικά να καταλήξουν ότι είχαν διαφορετική οπτική για την ταινία. 
Ο Ford όντας στο απόγειο της καριέρας του, με τα "Star Wars" και τον "Indiana Jones", ήθελε μια ταινία με δραματικό βάθος, πράγμα που το πέτυχε, όπως επιπλέον κατάφερε να διαφοροποιηθεί από τις προηγούμενες του δουλειές. Η low key η ερμηνεία του φέρνει ποιότητα και δίνει βάθος στο χαρακτήρα του Deckard.

Καλώς ή κακώς όμως τις εντυπώσεις τις κερδίζει ο Rutger Hauer
Ήταν η εύκολη επιλογή στο casting. Ήταν τα πρώτα του βήματα τότε στο Holywood και όμως ήταν ατρόμητος, όχι τόσο στους ρόλους που επέλεγε, αλλά στις ερμηνείες του που ήταν πολλές φορές ανώτερες από ίδιο του το υλικό. Σε τούτη τη ταινία, έδωσε το καλλιτεχνικό του στίγμα, μετουσιώνοντας ένα ανδροειδές-πολεμική μηχανή (με άλλο σκηνοθέτη και ηθοποιό άνετα θα κατέληγε σε …Terminator), σε ένα ον που προσπαθεί να αποκτήσει τα ανώτερα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Εδώ είναι μία από τις περιπτώσεις που βρήκε ταινία αντάξια του, και που όπως παραδέχεται ο ίδιος, είναι ότι καλύτερο έχει γυρίσει. Έδωσε στοιχεία και ιδέες στο χαρακτήρα, που ώθησαν τη ταινία σε μια άλλη διάσταση κλέβοντας έτσι την παράσταση (όπως κάνει πάντα η αλήθεια όταν βρίσκεται στο γυαλί).


Ακόμα και ο παραμικρός ρόλος είχε την σημασία του στον κόσμο του Βlade Runner
Για παράδειγμα ο Edward James Olmos μπορεί να είχε μικρή συμμετοχή αλλά κάθε ιδέα για το πως θα μιλήσει και σε ποια γλώσσα (δεν έλεγε ασυναρτησίες αλλά χρησιμοποίησε μια παραλλαγή της Esperanto) και το πώς θα ντυθεί, ήταν καθαρά δίκη του εργασία και έτσι κατάφερε να δώσει βάρος στην ερμηνεία του, ακόμα και στα “15 λεπτά” που εμφανίζεται συνολικά.
Αυτό ίσχυε και για κάθε μέλος του casting. Δεν υπάρχει ούτε ένας που απλά να φεύγει αδιάφορα. 
Χωρίς να δίνεται exposition, χωρίς φλυαρίες, μπορούμε να νοιαστούμε και να σχηματίσουμε εικόνα για κάθε έναν ξεχωριστά (πόσο χρόνο στη ταινία είχε ο Κινέζος κατασκευαστής ματιών, ή το «αφεντικό» του Deccard).


Όλοι οι χαρακτήρες πλαισιώνονται από την εικαστική ματιά του σκηνοθέτη. Κάθε εικόνα έχει μια ιστορία να πει, κάθε πλάνο έχει μέσα του ένα κόσμο που λες και υπήρχε εκεί από πάντα και έχει βιώσει γραμμική εξέλιξη. Σίγουρα η ομάδα των οπτικών εφέ έδωσε τον καλύτερό της εαυτό. Τα πάντα σε μακέτες και τα πάντα τόσο μα τόσο πιστευτά, που  κοιτάνε στα μάτια ακόμα και τι καλύτερες CGI δουλείες του σήμερα.
Ο κόσμος της ταινίας δεν είναι ρεαλιστικός με βάση την σημερινή πραγματικότητα αλλά είναι ρεαλιστικός με την πραγματικότητα της ταινίας στην οποία έχεις βυθιστεί. Οι υπνωτικοί φωτισμοί και ήχοι, είναι τα όπλα του σκηνοθέτη, που έμαθε να τα χειρίζεται στην εντέλεια, από το παρελθόν του στη διαφήμιση.
Ο Scott για χρόνια διατηρούσε διαφημιστική εταιρία με τα αδέρφια του, με μεγάλη επιτυχία. Όταν όμως έχεις όραμα, θες κάτι πολύ περισσότερο από το να χρησιμοποιείς την τεχνική σου για τους άλλους, θες να παράγεις τέχνη και το "Blade Runner" δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα έργο τέχνης, για το οποίο εργάστηκαν εκατοντάδες άτομα (400-500 άτομα ήταν μόνο οι χτίστες και οι μαραγκοί....).


Μένοντας ακόμα στα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για  τη μουσική του Vangelis, που θα στέκει για πάντα ανάμεσα στις καλύτερες δουλειές αυτού του μουσουργού. Άλλες φορές noir άλλες φορές με ethnic χρώματα  πάντα όμως με αγνή προοδευτική αντίληψη, ακολουθεί τις βασικές ιδέες του σεναρίου και λειτουργεί ως καταλυτής στο να διεισδύσουμε στο σκοτεινό, αποπνιχτικό, γεμάτο μοναξιά και υπαρξιακά αδιέξοδα, κόσμο του "Blade Runner".


Το σενάριο όπως διαμορφωνόταν και οι ιδέες του Scott είναι φαινομενικά μακριά από το βιβλίο όπως και από τις ιδέες του πρώτου σεναρίου, αλλά η ψυχή και ο κόσμος που είχε χτίσει στο μυαλό του o Dick ήταν εκεί. 
Λίγο πριν πεθάνει παραδέχτηκε επίσημα την αρτιότητα του όλου εγχειρήματος (δυστυχώς δεν πρόλαβε να ζήσει για να το δει ολοκληρωμένο). Εκεί όμως, στις δοκιμαστικές προβολές, όσο ο σκηνοθέτης κέρδιζε το στοίχημα με το όραμα του, έχανε την υποστήριξη του studio, όπου ακούγονταν απίστευτες ατάκες του τύπου “This movie gets worse every screening,” , “Deadly Dull” , “More Tits!”.

Στο χώρο των γυρισμάτων δε, επικρατούσε χάος. Όλα τα γυρίσματα γίνονταν βράδυ, μέσα σε ένα χαμό λάσπης βροχής και τεχνητού καπνού. Ο Scott εκτός από την ζοφερή εικόνα που ήθελε να δημιουργήσει για το μέλλον εξοικονομούσε και χρήματα και έκρυβε τις “τρύπες” μέσα στο σκοτάδι και στον καπνό. Οι εργαζόμενοι τις ταινίας ήταν δακτυλοδεικτούμενοι και αντικείμενο εμπαιγμού από τα γύρο πλατό των άλλων ταινιών, γιατί κυκλοφορούσαν σαν ανθρακωρύχοι στο τέλος των γυρισμάτων που πάντα ήταν ξημερώματα.
Επιπρόσθετα ο Scott δεν ήταν ικανοποιημένος με το ότι δεν μπορούσε να εργαστεί με τους Άγγλους συνεργάτες του και ξέμεινε με τους Αμερικάνους, φέρνοντας τους στα άκρα με τις απαιτήσεις του.
Άπειρα retakes στα γυρίσματα και κόλλημα σε λεπτομέρειες του τύπου θέλω “100 κούπες για καφέ να επιλέξω την σωστή και χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις” είχαν σαν αποτέλεσμα να ακουστούν φοβεροί διάλογοι με τον σκηνοθέτη να βαριέται να  δίνει εξηγήσεις για τα πάντα (“Don't rationalize with me” ήταν η φράση που τέλειωσε άδοξα έναν από τους διαλόγους με τον art director). Από τη άλλη μεριά όμως ήταν όλοι εξαιρετικά ταλαντούχοι (άλλη μια μνεία πρέπει να γίνει και στο διευθυντή φωτογραφίας που υπέμεινε όλα αυτά τα καπρίτσια έχοντας, μη διεγνωσμένο parkinson) και στο τέλος, το αποτέλεσμα δικαίωσε τις επιλογές.
 
Τα προβλήματα δεν είχαν τελειωμό, έγιναν αρκετές παρεξηγήσεις καθ’ όλη την διάρκεια της παραγωγής, από την αλλαγή του αρχικού σεναριογράφου-παραγωγού της ταινίας (γιατί ξέχναγε ότι η ταινία είναι του Scott), την δυσαρέσκεια του Harrison Ford (είχε μάθει στα νταντέματα του Spielberg), την απειρία της Sean Young να διαχειριστεί τη βαρβαρότητα και την απολυταρχία του σκηνοθέτη (με τον Ford να προσπαθεί να της δώσει ένα οδηγό επιβίωσης), έως τις αλλαγές της τελευταίας στιγμής στο σενάριο, ακόμα και από τους ηθοποιούς (Rutger Hauer).

Και όμως, αν δει κάποιος το ντοκιμαντέρ για το Blade Runner, Dangerous Days, δεν θα ακούσει να κατηγορεί κανείς, κανέναν και στο τέλος, όλοι παραδέχονται ότι τα πάντα έγιναν όπως έπρεπε. Αξιοθαύμαστο κατά την γνώμη μου.

Θα πάρει πολλές σελίδες, αν μπεις στη διαδικασία να γράψεις για το τι έγινε στα γυρίσματα της ταινίας. Από τις λεπτομέρειες που κόστιζαν χρόνο και χρήμα μέχρι το χτίσιμο των κτιρίων.
Εικαστικά λοιπόν, η ταινία είναι δουλεμένη σχολαστικά. 
Από εκεί και πέρα όμως τι; 
Σε ένα ποιο σημαντικό επίπεδο, η ταινία θέτει ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση. 
Ένα ρομπότ θα έχει ποτέ το δικαίωμα να μάθει τον έρωτα; 
Να αγαπήσει την ποίηση, να απαγγέλλει Tolkien (όπως κάνει ο Rutger Hauer σε μια σκηνή) ή να μάθει την αξία της ζωής; 

Και αν ναι, ποια είναι η πραγματική φύση του ανθρώπου τελικά; Είναι τόσο σημαντικές οι αναμνήσεις που ακόμα και φυτεμένες μπορούν να αποτελέσουν βιωματική-συναισθηματική εμπειρία;
Μπορεί να επεκταθεί η αλληλουχία των ερωτήσεων και να δημιουργηθούν και άλλες ,για την μοναχική φύση του ανθρώπου, τη δημιουργία… 
Όμως δεν υπάρχει ίχνος διδακτισμού στο Blade Runner και θα ήταν άδικο να πέσουμε σε αυτή τη παγίδα σε τούτη τη παρουσίαση. Υπάρχουν προτάσεις και ο θεατής επιλέγει. 
Εκεί είναι η ψυχή της ταινίας και όπως κάθε μεγάλης ταινίας.

MaNNi



Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

ThE RaiD 2 : BeRaNDaL (2014)



Plot: Λίγο καιρό μετά την πρώτη επιδρομή ο Rama αναλαμβάνει την αποστολή να πάει ως μυστικός στους κακοποιούς της Τζακάρτα με απώτερο σκοπό να καταστρέψει το συνδικάτο και παράλληλα να ξεσκεπάσει τη διαφθορά μέσα στο αστυνομικό σώμα.

A.K.A / Επιχείρηση: Χάος 2 (Gre)
Dir / Gareth Evans
Act / Iko Uwais, Arifin Putra, Tio Pakusodewo, Oka Antara, Jullie Estelle, Alex Abbad




Πρώτο sequel της πολύ επιτυχημένης (Ινδονησιακής παραγωγής) ταινίας του Gareth Evans, το
“The Raid 2:Berandal” συνεχίζει στην ίδια ευθεία νοητή ιστορική γραμμή, με τον ήρωά  μας να κλιμακώνει τον αγώνα του, εναντίον του εγκλήματος ενώ πλέον στο παιχνίδι εμπλέκονται όχι μόνο «βρώμικοι μπάτσοι» αλλά και πολιτικά πρόσωπα  …

Το "The Raid : Redemption" (Serbuan Maut) είχε δημιουργήσει αυξημένες προσδοκίες, και όμως οι συντελεστές τις ταινίας όχι μόνο στέκονται στο ύψος των απαιτήσεων αλλά προχωράνε και ένα βήμα παραπέρα δημιουργώντας μια ταινία που κάνει τους οπαδούς των ταινιών δράσης να νοιώθουν ότι τα Χριστούγεννα ήρθαν πιο νωρίς.
 Τα πράγματα που κυλάνε ρολόι από την πρώτη ταινία συνεχίζουν και εδώ δίνουν το παρών. 
Πρώτα από όλα οι χορογραφίες για άλλη μια φορά είναι φροντισμένες όσο δεν πάει. Ο Gareth Evans χτίζει τους χαρακτήρες του συνοπτικά αλλά σε καμιά περίπτωση διεκπεραιωτικά και το exposition είναι στην ίδια λογική και αυτό, όπως αρμόζει σε μια τέτοιου είδους ταινία, υποστηριζόμενο από αξιοπρεπείς και πιστευτές ερμηνείες.


Στο Raid 2 απλά η παραγωγή είναι μεγαλύτερη και η πλοκή έχει την δομή και την λογική κλασσικών ταινιών μαφίας όπου αν έβαζες στη θέση των πολεμικών τεχνών περίστροφα θα μπορούσε άνετα να ήταν μια ταινία του παλιού καλού John Woo.
 Οι Αμερικάνοι το καλύτερο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να κρατήσουν σημειώσεις για το χτίσιμο και την παραγωγή της ταινίας όπως και για το τι εστί sequel
Για να κάνουν κάτι αντίστοιχο στο μαγικό κόσμο του Holywood θα έπρεπε να ξοδέψουν πάνω από 100.000.000 ντόλαρς και στο τέλος να αναγκαστούν να κόψουν το αίμα, βία και να ακούσουν τις συμβουλές του executive του studio που θέλει να λέει «αντρικές» ατάκες ο πρωταγωνιστής (αλλά να μη βρίζει κιόλας)… ε δεν κάνεις δουλειά έτσι. 

Άσε που δεν θα έβρισκαν κανένα γνωστό ηθοποιό με τις απαραίτητες αθλητικές ικανότητες (όχι, σε έξι μήνες προπαραγωγής δεν γίνεσαι ούτε Yayan Ruhian ούτε Iko Uwais.

           4.0 / 5

Alternative title : Raid 2: We Have More Money to Spend On.
Alternative soundtrack:Hell Awaits - Slayer
Tags: Action, Overkill, Death, Blood, Violence, Action, Blood, Action.


 MaNNi