Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

10 SONGS FOR PIERROT


Δέκα τραγούδια από ισάριθμες ταινίες της χιλιετίας που διανύουμε..Μοναδικά κριτήριά είναι να είναι υποτονικά, να μου θυμίζουν όταν τα ακούω τις συγκεκριμένες ταινίες και φυσικά να τα γουστάρω.Γιατί οι αναμνήσεις από μια ταινία πολλές φορές περικλείονται σε λίγες νότες...Η σειρά είναι αξιολογική, ξεκινώντας από το 10...


10. Your Hand in Mine (Explosions in the Sky)
FRIDAY NIGHT LIGHTS (2004)

Η περηφάνια μιας μικρής πόλης μέσω της επιτυχίας μιας ομάδας Ράγκμπι.
Οι περίπλοκες σχέσεις, η απογοήτευση, το ιδανικό και τα εξιλαστήρια θύματα. Η επαρχία που πνίγεται στη σκόνη και στο αλκοόλ. 
Μόνο οι προβολείς της Παρασκευής δίνουν νόημα σε τούτο το μικρόκοσμο.
Post Rock "χαλί" από τους μαγικούς Explosions in the Sky χωρίς λόγια όπως συμβαίνει συνήθως στο είδος. 
Ανεβάζει επίπεδο μια μέτρια ταινία.

9. Midnight Radio (Stephen Trask)
HEDWIG AND THE ANGRY INCH (2001)


"...And you're shining like the brightest stars
a transmission on the midnight radio..."
Από τη μία το "φυσιολογικό" και από την άλλη η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, που κρίνεται ως τέτοια με αφελείς στατιστικές από τους αυτοαποκαλούμενους ως αντιπροσώπους του κοινού καλού.
Μερικές φορές τα στεγανά σπάνε μόνο με αίμα και συνεχή προσπάθεια ενάντια στο ρεύμα.
Όχι δεν πρόκειται μόνο για τη δαιμονοποίηση στο δικαίωμα του σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού.
Μιλάει για κάθε τι διαφορετικό που ο όχλος ζητάει να καεί στην πυρά, από ένα καπρίτσιο η από αγνό φθόνο...
Χωρίς να βλέπει το καρφί στο δικό του μάτι...

8. Think you can Wait (The National)
WIN WIN (2011)

Η ανάγκη της πίστης στις ανθρώπινες σχέσεις. Η δεύτερη ευκαιρία και το καλωσόρισμα σε μια νέα αρχή δεν θα πρέπει μόνο να ζητείται αλλά και να δίνεται.
Τότε ίσως να κερδίσουν όλες οι πλευρές. Κανείς δεν γεννήθηκε ούτε θα φύγει τέλειος.
Η συμπαθητική φυσιογνωμία του Giammati. Μια χαμένη ψυχή...και ένα τραγούδι που θυμίζει Springsteen...εκεί λίγο πριν τους τίτλους τέλους....
"...We've been running a sleepless night
Been away from the baby far too long
We've been holding a good night gone
We've been loosing our exits one by one..."

7. Heroes (David Bowie)
THE PERKS OF BEING A WALLFLOWER (2012)

"Υπάρχει γύρω μου τόσο πολύς πόνος και δεν μπορώ να βρω τον τρόπο ώστε να μην τον προσέχω και να μην με επηρεάζει"
Η εφηβική επανάσταση και η ανάγκη για νέα μονοπάτια την στιγμή που οι ήδη χαραγμένες λεωφόροι είναι μπουχτισμένες από αφελείς κοινωνούς των "πρέπει".
Το περιθώριο αντέχεται από λίγους και όχι δίχως συνεχείς μάχες.
Είναι ένας πόλεμος που μαίνεται απέναντι στο ωμό μίσος.
Τα δώρα όμως αυτής της επιλογής είναι πολλά και ίσως έχουν να κάνουν με μια πιο αληθινή προσέγγιση της ίδιας της ύπαρξης.

Μια πιο βαθιά ματιά στο περιβάλλον και στις ανθρώπινες σχέσεις.
Ο Charlie, ο Patrick και η Sam, μια νύχτα στο φορτηγάκι και με τη φωνή του Bowie να σπρώχνει το νου σε ξεχασμένα μονοπάτια και να προετοιμάζει για μια άλλη ζωή μετά το τέλος του τούνελ...
"...Though nothing, will keep us together 
we could steal time
just for one day..."

6. St. John the Gambler (Townes Van Sand)
IN BRUGES (2008)

Στα σοκάκια του Μπρίζ δυο επαγγελματίες δολοφόνοι.
Φαίνεται απλοϊκό αλλά είναι σχεδόν σάπιο όλο αυτό το φιλμ.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις με μια ηθική που έχει απωθηθεί σε υγρές σκοτεινές γωνίες και τη συνήθεια που δεν δείχνει έλεος.
Το παρελθόν που σε κυνηγάει μέχρι τέλους όπως το παρελθόν της πόλης...
Μιας ήσυχης βελγικής πόλης...
Στο τέμπο του ξεχασμένου Townes Van Sand...
"...For the hills cannot hold back my sorrow forever
And dead men lay deep 'round the door
The only salvation that's mine for the asking
So mother, think on me no more..."

5. From Death to Birth (Pagoda)
LAST DAYS (2005)

Ένα σκιάχτρο με τη μορφή του Cobain. 
Κραδαίνει την κιθάρα του σαν να είναι η τελευταία κλωστή που τον ενώνει με την θνητότητα. 
Ο δρόμος που οδηγεί σε αδιέξοδα, μέσα από την θολούρα της πρέζας και των ψυχοτρόπων.
Τρεις συγχορδίες φόρος τιμής στο ισχνό είδωλο του grudge του Seattle. 
Χωρίς φώτα και προβολείς, χωρίς λαό, μόνο τα καλώδια ο ενισχυτής, η κιθάρα όλα αυτά που θα έπρεπε να συμβούν και τελικά δεν συνέβησαν, διανθισμένα με μια φωνή που σιγοσβήνει από αγωνία και θλίψη...
"Pucker the sour
Sugar sweet Weather
Blows through the Trees
Swims through our Seas
Fly's through the last gasp we left
on this Earth..."

4. Long Nights (Eddie Vedder)
INTO THE WILD (2007)

Οι διδαχές του Thoreau.
Μια δοκιμή στα όρια του ίδιου μας του εαυτού με μια ροχάλα στο πρόσωπο του συντηρητισμού.
Η φύση που μας φέρνει μια ιδέα πιο κοντά στο αληθινό μας πρόσωπο, με την περσόνα παρατημένη να σαπίσει στην άκρη ενός δρόμου.
Το γρέζι στη φωνή του Vedder με μερικά από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχει γράψει ποτέ.
Όταν διαταράσσεις τις προτεραιότητες των "πρέπει" της επίπλαστης ηθικής είσαι παρίας και εχθρός, για όλους αυτούς που κουρδίζονται πριν ξεκινήσουν την μέρα τους....
"...Have no fear, for when i'm alone
I'll be better off, than i was before..."
Οι πρώτοι στίχοι δίνουν το έναυσμα...
(Walden)


3. The Ground Beneath her Feet (U2)
THE MILLION DOLLAR HOTEL (2000)

Tom και Eloise. 
Ορφέας και Ευρυδίκη.
Δυο βασανισμένες ψυχές, σιγοψιθυρίζουν στα δωμάτια και στους διαδρόμους ενός παλιού ξενοδοχείου. Ένας αστυνομικός που προσπαθεί να εξιχνιάσει έναν θάνατο. 
Ο έρωτας στους στενούς διαδρόμους μπερδεμένων μυαλών που μπλέκονται κολλημένα σε εμβρυακή στάση.
Το τρεμάμενο νέον φως σε ανοιχτά παντζούρια μέσα από τα μάτια του Wenders.
Τα θολά τσιμεντένια τοπία σε μια μικρή γωνία της μεγαλούπολης.
Και τέλος το μεγάλο σάλτο...χωρίς φτερά, αντάμα με τον πένθιμο ήχο μιας κιθάρας που μπαίνει τη στιγμή που ο Tom πατάει το πόδι του στο τελευταίο μουσικό μέτρο.
Η πτώση που μοιάζει με ελευθερία...
"...Go lightly down your darkened way
Go lightly underground..."
Σε στίχους του Salman Rushdie. 
Ένα από τα αγαπημένα μου soundtrack ever...

2. Mad World (Gary Jules)
DONNIE DARKO (2001)

Μια ξεχασμένη επαρχιακή πόλη.
Ένας έφηβος σε μια μάταια δίνη επαναλαμβανόμενων μοτίβων που κάποια στιγμή σκάνε για να του δείξουν το σκοτάδι. 
Ένας κούνελος ως μοναδική παρουσία στους διαδρόμους του μυαλού του και έπειτα...οι δολοφονίες, το γκροτέσκο και οι μαύρες τρύπες.
Όταν είσαι τρίγωνο δύσκολα ταιριάζεις σε κυκλικές οπές...κι αν σε σπρώξουν θα σπάσεις...
Ο χρόνος που δεν υφίσταται και όλα αυτά με τους στίχους που βγαίνουν από το στόμα του Gary Jules να σου καρφώνονται όλο και βαθύτερα.
"...The dreams in which i''m dying are the best i've ever had..."

1. I've Seen it All (Bjork)
DANCER IN THE DARK (2000)

Ένα ξωτικό με μορφή ανθρώπου όπως είναι η Bjork κάτω από τις οδηγίες του Trier.
Musical της εργατικής τάξης, της μετανάστευσης και της ένδειας.
Των προσδοκιών και των ονείρων που στοιχειώνουν την ύπαρξη μας για να καταλήξουμε όσο ανικανοποίητοι ήμασταν και στις απαρχές του ταξιδιού.
Και το σκοτάδι που πέφτει λόγω της τύφλωσης πονάει περισσότερο καθότι έρχονται μαζί και εκείνες οι λεπτές στιγμές ενόρασης για όλα όσα χάνονται και τα οποία ήταν σημαντικότερα αυτών που ποτέ δεν είδαμε.
Έτσι η διαπίστωση ότι έχουμε δει τα πάντα και ποτέ δεν χρειαζόμασταν τα περισσότερα που άπληστα ζητούσε το μυαλό μας για να ξεδιψάσει αποτελεί έναν θρίαμβο πάνω στην ίδια τη ζωή...
Μόνο που λίγοι είναι αυτοί που την γεύονται...και τους οποίους οι ηττημένοι φθονούν γιατί όταν ο καθρέφτης απέναντι είναι πεντακάθαρος τότε η πραγματική φύση τους αντικατοπτρίζεται πλήρως σε ένα άσχημο είδωλο...
"...I've seen what i choose, and i've seen what i need
and that is enough, to want more would be greed..."

PieRRot Le Fou

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

iL CoNfORmiStA (1970)


Plot: Ένας άνδρας με αδύναμο χαρακτήρα στρατολογείται από τη φασιστική μυστική αστυνομία και στέλνεται σε αποστολή στο Παρίσι για να δολοφονήσει ένα πρώην καθηγητή του, που είναι πολιτικός πρόσφυγας. 

A.K.A. / The Conformist (Eng), Ο Κονφορμίστας (Gre)
Dir / Bernardo Bertolucci
Act / Jean-Louis Trintignant, Stefania Sandrelli, Gastone Moschin, Enzo Tarascio, Dominique Sanda

Δυσκολεύομαι να θυμηθώ μια πραγματικά μεγάλη ταινία του Bertolucci. 
(Άντε ίσως το Ταγκό του Brando στον κώλο της Maria Schneider).
Ο τυπάς είναι απίστευτος σκηνοθέτης (μιλώντας τεχνικά) και για να μπούμε γρήγορα στο ζουμί, το "Il Conformista" έχει μαγικές σκηνές, με εκπληκτική δουλειά στο φωτισμό και στην ατμόσφαιρα που θέλει να περάσει. 
Παρόλα αυτά θυμίζει μια πολύ όμορφη και καλοντυμένη Χιονάτη που αποδεικνύεται κόκκινο-σκροφίτσα.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Alberto Moravia ο οποίος το εξέδωσε στα 1951, το φιλμ ουσιαστικά μας διηγείται την πορεία του Marcelo Clerici (Jean-Louis Trintignant) στην φασιστική Ιταλία και μέχρι την αποκαθήλωση του Mussolini τον Ιούλη του '43 και την τοποθέτηση του Pietro Badoglio στην πρωθυπουργία των μακαρονάδων. 
Ο Moravia φανερά επηρεασμένος στο εν λόγω βιβλίο του από τις διδαχές του στρουμφο-ψώλη Wilhelm Reich περί συνδέσεως της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας και ιδιαιτέρως ομοφυλοφυλικών τάσεων με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός, προσπαθεί να σκιαγραφήσει έναν χαρακτήρα που απωθεί αυτές τις τάσεις για να καταλήξει να γίνει ακόλουθος και πιόνι, στα χέρια της μυστικής αστυνομίας του καθεστώτος. 
Ως εδώ καλά.
Όμως ο 29χρονος τότε Bertolucci φαίνεται πως έδωσε μεγαλύτερο βάρος στο να φτιάξει μια άρτια τεχνικά ταινία που θα υμνηθεί από τους κριτικούς, παρά να βουτήξει στα βαθιά νερά του έργου που προσπάθησε να διαχειριστεί. 
Απολύτως φυσιολογικό για έναν νεαρό και φιλόδοξο σκηνοθέτη αλλά μην μου πρήζετε τα παπάρια βαφτίζοντας τούτο το φιλμ αριστούργημα.
Καταραμένε Χαγιάτε!
Σίγουρα μια πού μπερδεμένη εποχή για την Ιταλία, την οποία προσπαθεί να περάσει ο Bertolucci ωστόσο δεν προχωράει πολύ περισσότερο.
Καλογυρισμένο ταινιόνι που αξίζει κάποιος να δει ως ένα πανέμορφο δείγμα ποιητικής της κινηματογραφικής εικόνας και του cinemascope, που όμως μαδάει παπαρούνες σεναριακά.
Σουτιέν...

2.8 / 5.0

PieRRot Le Fou


Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

PaSooKKooN (2010)



Plot: Τρεις κολλητοί φίλοι θεωρούν πως η φιλία τους θα κρατήσει παντοτινά. Όμως μερικές μικρές ρωγμές που εμφανίζονται ανάμεσα τους αρχίζουν να τους επηρεάζουν σε τέτοιο βαθμό που τους οδηγεί σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή.


Α.Κ.Α. / Bleak Night (Eng)
Dir / Sung-Hyun Yoon
Act /  Je-hoon Lee, Jung-min Park, Jun-young Seo


Tο Holywood έχει χτίσει με τα χρόνια στεγανά και στερεότυπα. Σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής υπάρχει μια προδιαμορφωμένη ιδέα που με τη δύναμη του κινηματογράφου μπορεί πλέον μια συμπεριφορά να χαρακτηριστεί αποδεκτή ή κατακριτέα όταν τη βλέπουμε στο πανί. Οι παράμετροι που όρισαν τις στερεοτυπικές αντιλήψεις δεν έχουν μια σαφή αφετηρία έχουν όμως φανερό αποτέλεσμα στη ψυχολογία του θεατή. 
Το “bullying”και η παιδική βία είναι ένα θέμα που απασχολεί και προβληματίζει και έχει αποτυπωθεί πολλές φορές κινηματογραφικά, με πολύ συγκεκριμένη οπτική.
Από το 90% των μεταφορών των βιβλίων του Stephen King μέχρι τo Back To The Future, υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο 'ο πρωταγωνιστής, περιθωριακός και συμπαθής, είναι αντιμέτωπος με την ανεξέλεγκτη βία μιας ομάδας παιδιών που είτε είναι σε ένα πιο βαθύ περιθώριο, είτε είναι ανώτερης τάξης. 

Αυτή η σύγκρουση είναι που πυροδοτεί την όλη πλοκή και επιπλέον δίνει το συναισθηματικό πάτημα στον θεατή να ταυτιστεί και να συμπάσχει με τα παθήματα του ήρωα. 
Αυτοί που ασκούν βία είναι αδικαιολόγητοι και εύκολα αντιπαθείς ενώ αυτός που δέχεται τη βία έχει μια πιο πλήρη ανάπτυξη χαρακτήρα, που ακόμα και όταν έχει μειονεκτήματα δίνεται σεναριακή “υποστήριξη”.

Από την πλευρά του δημιουργού αυτή είναι μανιέρα για εύκολη επιτυχία (ακόμα και όταν γίνεται μερική προσπάθεια ανασύνταξης του κανόνα βλέπε “Christine” του John Carpenter) . Από τη πλευρά του ο θεατής γοητεύεται και μπορεί να ξεχωρίσει που πρέπει να ταυτιστεί ώστε να νοιώσει την κινηματογραφική εμπειρία χωρίς δυσκολία. 
Η συνταγή αυτή, στα χέρια ενός ταλαντούχου σκηνοθέτη, έχει προσφέρει και καλές ταινίες που εκμεταλλευόμενος τις όποιες σεναριακές ευκολίες μπορεί να κατευθύνει τα συναισθήματα του θεατή, παράγοντας, τρόμο (Carrie), νοσταλγία (Stand By Me) ή γέλιο (Back To The Future).
 Μια μικρή ταινία από τη Κορέα όμως δεν ακολουθεί αυτή τη λογική. Πιο συγκεκριμένα δεν ακολουθεί κανένα εύκολο δρόμο. 
Υπάρχει μυστήριο, υπάρχει παιδική βία, υπάρχει ένας γονιός  που προσπαθεί να βρει απαντήσεις, υπάρχει η γοητεία της παιδικής αφέλειας, στοιχεία που αν μπουν σε μια σειρά συνθέτεται μια ταινία έτοιμη να πουλήσει. Εδώ όμως δεν έχουμε κάτι τέτοιο.
 Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί και δεν υπάρχει ξεκάθαρος πρωταγωνιστής. Η ενηλικίωση είναι στο κέντρο με τους έφηβους που προσπαθούν να χωρέσουν στον κόσμο, να φερθούν σαν ενήλικες, να μάθουν τους κανόνες στη ζωή και στο τέλος να βιώσουν τη μοναξιά και την απογοήτευση.


Τα χρώματα της ταινίας είναι γκρίζα όπως και η πραγματικότητα σε αυτή την ιστορία. Δεν υπάρχει σε καμιά περίπτωση επιτηδευμένα καταθλιπτική ατμόσφαιρα, με απίθανες συμπτώσεις που αποσκοπούν στη συναισθηματική φόρτιση ' απλή καθημερινή ιστορία σαν αυτή του παιδιού απέναντι, σαν αυτή που μπορεί να έζησες και εσύ... 
Η παρεϊστικη ατμόσφαιρα των ανηλίκων είναι τρομακτικά πετυχημένη προσπερνώντας κάθε πολιτισμικό χάσμα που μπορεί να υπάρχει μεταξύ Ελλάδας – Κορέας. 
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει σε όλους τους ηθοποιούς που προσφέρουν ερμηνείες που ξεπερνούν κάθε προσδοκία.
 Μια μικρή ένσταση είναι στο τρόπο που εκφράζουν τα συναισθήματα τους τα παιδιά, που ανά στιγμές ξεχνάς ότι μπορεί να είναι 15 χρονών δίνοντας τους τουλάχιστον 7 χρόνια επιπλέον. Πταίσμα, που μπορεί να προσδοθεί και στη πρόθεση των δημιουργών.
 Να αναφέρω, άραγε, ότι η ταινία δεν είναι τίποτα άλλο από πτυχιακή εργασία του Yoon Sung-hyun  στην Korean Academy of Film Arts, που σάρωσε σε βραβεύσεις το 2010 ; 

4.5/5.0

MaNNi


Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

La GrANdE bELLeZzA (2013)




Plot: Ο Jep Gambardella έχει παρασυρθεί από την έντονη νυχτερινή ζωή της Ρώμης για δεκαετίες αλλά με αφορμή τα 65α γενέθλια του σε συνδυασμό με ένα σοκαριστικό νέο από το παρελθόν αφήνει στην άκρη τα club και τα πάρτι για να αναζητήσει την τέλεια ομορφιά.


Α.Κ.Α / The Great Beauty (Eng), Η Τέλεια Ομορφιά (Gre)
Dir / Paolo Sorrentino
Act / Tony Servillo, Sabrina Ferilli, Carlo Verdone, Galatea Ranzi, Carlo Buccirosso

Πέρασε πάνω από μήνας από την τελευταία φορά που έγραψα για το blog.
Δε γαμιέται.
 Έτυχαν πολλά πράγματα μαζί.
Πίπες ήταν και πέρασαν που λέει και ο απλός λαός.
Δεν είναι ότι δεν έβλεπα, ταινίες.
Το κάθε άλλο.
Απλά η ιδέα να πιάσω μολύβι και χαρτί μου γύριζε τα συκώτια.
Πρέπει να ξεσκίστηκα στις ταινίες αυτό το διάστημα και συνεχίζω να ξεσκίζομαι ασύστολα.
Ένα εργάκι όμως μου μπήχτηκε σαν παλούκι….στην καρδιά (Πως τα απλώνω έτσι ο πούστης)
Μιλάω για το «La Grande Bellezza» του Sorrentino.
Με διαφορά ότι καλύτερο έχω δει τα τελευταία τρία χρόνια. 
Με αυτό το φιλμ ο Sorrentino πήρε μαζί του στη γείτονα Ιταλία το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας για το 2014 αν και λίγη σημασία έχει ποιόν βραβεύει η Αμερικάνικη Ακαδημία.
Είχα σκοπό να το τσεκάρω καιρό πριν, όπως και το άλλο του φιλμ το “Il Divo” το οποίο και τον έκανε γνωστό τον ψυχάκια τον Ιταλό στο κοινό της μεγάλης γαλάζιας σφαίρας αλλά δεν είχε τύχει.
Το είδα λοιπόν προς τα τέλη Αυγούστου σε ένα μικρό σινεμαδάκι που συχνάζω τα καλοκαίρια μαζί με τους υπόλοιπους κουλτουριάρηδες της κάστας μου.
Ας πάμε όμως στο ψητό.
Βασικός ήρωας της τέλειας ομορφιάς είναι ένας πορνόγερος ονόματι Jep Gambardella (Tony Servillo) ο οποίος μετά τη συμπλήρωση των 65 χρόνων του, επαναορίζει τη θεώρηση του πάνω στην ύπαρξη.
Αφού έχει γαμήσει ότι κινείται στη γενέτειρα του αιώνια πόλη της Ρώμης, και με το πουλί του πλέον να «τιτιβίζει» μόνο σε γιορτές και πανηγύρια το γυρνάει στη φιλοσοφία μπας και βρει νόημα πίσω από το κοινωνικό παραβάν που τον περιβάλλει. 
Το αλκοολίκι, αλκοολίκι, το μουνί, μουνί αλλά το φέρετρο που ήδη αρχίζει και αχνοφαίνεται περιμένοντας τον στην άκρη της προβλήτας σφυρίζοντας τρίλιες του Μπαχ δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες ώστε να τον αναγκάσει να επαναπροσδιορίσει το στίγμα του, πίνοντας Martini με φόντο το Κολοσσαίο.

Ο περίγυρος του αποτελείται από κοσμικά πρόσωπα με ημί-κατεστραμμένη προσωπική ζωή, βουτηγμένα στο botox και τις ενοχές τα οποία σηκώνουν τον δικό τους χρυσό σταυρό και συνειδητοποιούν έστω και αργά πως η τέχνη, η οικογένεια και ο έρωτας στα οποία πίστευαν δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά ένας συνδυασμός  φαρμακευτικής αγωγής και φαινομένου placebo που τους ποτίζει ο θεός ώστε να απαλύνει τα συμπτώματα της διπολικής διαταραχής και της δυσθυμίας που τους κοπανάνε με άπερκατ και δεξιά κροσέ επί καθημερινής βάσεως.
Ο Sorrentino ακολουθεί το γέρο ήρωα του σε όλη την ταινία να περιφέρεται σαν μάρτυρας του Ιεχωβα στη Ρώμη σε αναζήτηση ενός σκοπού, με φόντο τις ζωές των ανθρώπων της.
Γενικά ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης έχει όλα τα φόντα να καταλήξει στο τέλος της ζωής του σε ψυχιατρικό άσυλο, φορώντας άσπρη φόρμα με ροζ πουά στα μανίκια.
Η φυσιογνωμική του ανάλυση προδίδει άνθρωπο με έφεση στον αυνανισμό και αγάπη προς τα μεγάλα λούτρινα αρκουδάκια.
Τεχνικά απίστευτος, με χορογραφημένες σχεδόν όλες τις σκηνές του, ολίγον εστέτ με τάσεις αυτοπροβολής αλλά η σκοτεινή του πλευρά και η φιλοσόφηση του για τη ζωή δεν μας αφήνει άλλα περιθώρια παρά να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για έναν σπουδαίο δημιουργό.
Ο Sorrentino δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας γλυκύτατος μηδενιστής αν και χωρίς να έχει το σθένος να αφεθεί δίχως ελπίδα στη μέση του ωκεανού όπως συμβαίνει λόγου χάρη με τον γιο, της φίλης του Gambardella ο οποίος παίρνοντας στα σοβαρά ψωλοβρόντηδες όπως ο Μπαζάροφ του Turgeniev, αυτοκτονεί κόβοντας κάθε νήμα που τον ενώνει έστω με μια επίπλαστη νοηματοδότηση του κοσμικού μπάχαλου που μας περιβάλλει.

Ο νιχιλισμός του Sorrentino έχει μεν μαύρο καμβά, ωστόσο θεωρεί πως η τέλεια ομορφιά, μπορεί να αναζητηθεί και να βρεθεί σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής σε αντίθεση με αυτοκτονικούς τύπους όπως ο Nietzche ο οποίος μας είχε γαμήσει το παιδικό μας παιχνίδι και την ανεμελιά της νιότης με τις μανιοκαταθλιπτικές του πίπες.
Με λίγα λόγια η ζωή σύμφωνα με τον Sorre δεν φαίνεται να έχει απολύτως κανένα νόημα η για να τεθεί σε πιο στέρεες βάσεις η πρόταση, θα λέγαμε πως η ύπαρξη δεν φαίνεται να διαθέτει ένα κοινό νόημα αλλά άπειρα νοήματα απολύτως προσωπικά και ανάλογα με την κρίση και τις κεραίες του καθενός.
Η στιγμή της ενόρασης του Gambardella έπειτα από την οποία αρχίζει να αποδέχεται το μάταιο της αναζήτησης σκάει σαν σαπουνόφουσκα από βρωμόνερα στην πουδραρισμένη του μούρη ξυπνώντας τον από τον λήθαργο.
Έτσι δίχως ενοχές πλέον συνεχίζει την κοσμική του ζωούλα αποφασίζοντας παράλληλα να συγγράψει το αναθεματισμένο εκείνο δεύτερο βιβλίο του με το οποίο μας τα έκανε τούμπανο για κάνα δίωρο.
Παράλληλα η 100χρονη παρθένα καλόγρια (Νυχτερίδες κι αράχνες) που είναι η μοναδική που φαίνεται συνειδητοποιημένη παρά το κουρκούτιασμα των εγκεφαλικών κυττάρων της ανεβαίνει μπουσουλώντας μια τεράστια σκάλα για να αποδείξει στον Jesus και τον πατέρα του πως έχει τα απαραίτητα προσόντα για να προσληφθεί στον παράδεισο ως η σφουγγαρίστρα του Άγιου Πέτρου.
Ο Καρδινάλιος που όπως αφήνεται να εννοηθεί προορίζεται για Πάπας είναι ο κλασσικός Πάπα-ροκ που αναζητεί groopies ανάμεσα στο ποιμνίο του για να δοκιμάσει αν η λαμπάδα του ανάβει και εκτός ανάστασης.
Θα τον πω τον πόνο μου.
Ακόμη δεν έχω κατανοήσει εκείνη την σκηνή με την καλόγρια που καθισμένη το χάραμα στη βεράντα του Gambardella μαζεύει γύρω της ένα σμήνος με κωλόπουλα.

Μπορεί βέβαια η αγαμία τόσων ετών να της έχει δώσει το χάρισμα της μη λεκτικής επικοινωνίας με κάθε είδους πουλιών ωστόσο αυτή η σκέψη με αναγουλιάζει καθώς δεν θέλω να ξέρω τι κάνει μόνη της τα βράδια στο κελί και τι είδους πουλιά καλεί για να την συντροφεύσουν.
Για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας θα το πω όσο πιο απερίφραστα γίνεται.
Μπορεί να καλεί ψωλές.
Ας τα αφήσουμε όμως αυτά.
Εν κατακλείδι, η καμηλοπάρδαλη εξαφανίζεται όσο πιστεύεις ότι αυτό είναι που πραγματικά συμβαίνει κι έτσι το τέχνασμα μετατρέπεται σε πραγματικότητα.
Ο κάθε άνθρωπας αποτελεί ένα εντελώς ξεχωριστό υποκείμενο οπότε η αναζήτηση μιας κοινής αντίληψης δεν έχει καμία λογική συνέπεια ώστε να συζητείται και να αποτελεί βασική αρχή, αξίωμα ή θέσφατη αλήθεια, όπως αυτή πλάθεται εκ των υποκειμενικών απόψεων μιας κάστας διανοούμενων με μικροψωλίαση.
(Με λένε Αρτέμη)
Έτσι λοιπόν οτιδήποτε εξυψώνουμε στον υψηλότερο σκαλί της προσωπικής μας κλίμακας είναι σημαντικό όσο το θεωρούμε έτσι, αφήνοντας στην άκρη τον παπαρό -σκεπτικισμό που με σταθερά βήματα θα μας οδηγήσει λίγα χρόνια αργότερα στην άνοια και την παρακολούθηση σίριαλ τύπου «Καρανταγί» καθήμενοι σε έναν ξεφτισμένο καναπέ
παρέα με την γριά που κάποτε παντρευτήκαμε πιωμένοι σε ένα εκκλησάκι πριν αυτή χάσει δόντια και μαλλιά και αποκτήσει μόνιμο αξύριστο look με γένια τριών ημερών.
(Με λέγανε Αρτέμη)

Για τα υπόλοιπα θα μεριμνήσει το γραφείο κηδειών μαζί με τους συγγενείς και τους φίλους μια ημέρα πριν τον καφέ και τα κουλουράκια στο κυλικείο του Α’ νεκροταφείου.
Τέχνασμα λοιπόν οι κοινωνικές συμβάσεις, η περσόνα του επιθυμητού μας εαυτού, ο έρωτας, η φιλία, ο θεός, η κλειτορίδα της Αννούλας, οι ξυρισμένες γάμπες του μαύρου εξτρέμ του βάζελου, και το Big Mc Menu των McDonalds.
(Ο Αρτέμης πονάει)

4.0/5.0

Alternative Title:  Eternal storm of a restless mind
Alternative Soundtrack: Tu Vuo Fa' L' Americano / Renato Carosone
Tags: Κουλουράκια, Πορνόγερος, Σαπουνόφουσκα, Big Mc Menu, Martini, Bach 

PieRRot Le Fou


Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

nUMBNESS

 Louis Malle / Le Feu Follet (1963)
Mike Figgis / Leaving Las Vegas (1995)
Alain Leroy "The sensitivity was
in my heart. Not my hands"

Η κοινωνική παρακμή.
Κοιτώντας τα βαθύτερα των ανθρώπων συνειδητοποιείς γιατί δεν θέλεις να ανήκεις στο σινάφι τους. 
Περιθωριοποιείσαι, αλλά με έναν τρόπο που σε κάνει να νιώθεις ότι όλοι οι υπόλοιποι είναι οι πραγματικοί παρίες, καθώς το "σύστημα" ορίζεται πλέον από τον ίδιο σου τον εγκέφαλο.
Αλκοόλ, χάπια, μαύρο και όλων των ειδών τα ναρκωτικά σε στέλνουν ένα βήμα μακρύτερα. 
Ben Sanderson "I came here to drink myself to death"
Τότε είναι που σηκώνει η νοικοκυρά από το απέναντι σπίτι τον δείκτη της σημαδεύοντας σε, μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτα στην έφηβη κόρη της.
Εσύ κοιτάζεις αγέρωχος και απομακρύνεσαι.
Μετά κλείνεις την πόρτα του σπιτιού σου και για πολλοστή φορά χάνεις την μπάλα μέσα στον μικρόκοσμο σου.
Πόσο ακόμα;
Μέρες, μήνες η χρόνια;
Ελπίζω το συντομότερο….
(Soundtrack / A Cote de la Silhouette - Ελένη Καραίνδρου)

PieRRot Le Fou

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

TyRaNNosAuR (2011)




Plot: Ο Joseph ένας άντρας που βασανίζεται από βίαιες σκέψεις και οργή που τον οδηγούν στην αυτοκαταστροφή  κερδίζει την ευκαιρία να πετύχει την λύτρωση του η οποία έρχεται με την μορφή της Hannah μιας υπαλλήλου ενός καταστήματος Χριστιανικών δωρεών.


Α.Κ.Α / Τυραννόσαυρος (Gre)
Dir / Paddy Considine
Act / Peter Mullan, Olivia Colman, Eddie Marsan , Sian Breckin, Ned Dennehy

"Τυραννόσαυρο αποκαλούσα τη γυναίκα μου, επειδή ήταν χοντρή και όταν ανέβαινε τις σκάλες, αυτές έτριζαν"! Τάδε έφη Joseph (Peter Mullan) ο οποίος από ότι δηλώνει στην έτερη κατεστραμμένη Hannah ( Olivia Colman) την αγαπούσε την μακαρίτισσα. 
Με λίγα λόγια η συγκεκριμένη ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί "Hippopotamus" ή "Agriogourounous" ή ακόμη και "Betoniera" αλλά το "Tyrannosaur" ακούγεται σίγουρα πιο μυστηριώδες οπότε το κρατήσαμε. 
Τι μπορεί να πραγματεύεται λοιπόν μια ταινία με τον τίτλο "Τυραννόσαυρος";
Ας προσπεράσουμε τον τίτλο γιατί θα μας μπερδέψει.
Ο Auter επικεντρώνεται στα τραύματα που δημιουργούνται μέσα από τις άσχημες καταστάσεις που βιώνονται στην ευαίσθητη παιδική ηλικία η ακόμη και στην ενήλικη ζωή και πως αυτές τελικά χρωματίζουν αναλόγως τον καμβά του ολοκληρωμένου πλέον χαρακτήρα.
Ο άνθρωπος για τον νεοφώτιστο σκηνοθέτη Paddy Considine είναι στα αρχικά του στάδια καλός ωστόσο τα εξωτερικά ερεθίσματα μπορεί να δημιουργήσουν μέσα του ένα τέρας το οποίο κάποια στιγμή είτε θα καταστρέψει τον ίδιο τον "ξενιστή" του είτε θα τα γαμήσει όλα γύρω του.
Ας πάρουμε για παράδειγμα την Hannah η οποία εργάζεται σε ένα μικρό μαγαζάκι με ενδύματα σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της πόλης, παρότι η ίδια προέρχεται από ένα μεσοαστικό σπίτι, με ένα άνδρα επαγγελματικά επιτυχημένο αλλά παράλληλα και ολίγον σαδιστικού κτήνους. 

Η σκηνή όπου ο άντρας της ο καλοκάγαθος James (Eddie Marsan) μπαίνει στο σπίτι και αυτή η σκροφίτσα αντί να τον περιμένει με ανοιχτές αγκάλες, κοιμάται στον καναπέ είναι χαρακτηριστική. 
Όπως κάθε αρσενικό που σέβεται τον εαυτό του, πετάει έξω την μαλαπέρδα του και κατουράει την ωραία κοιμωμένη σε μια σκηνή που η μαγεία του ερωτισμού πιτσιλάει με ορμή τον φακό του οπερατέρ. 
WTF?!
Τεσπά, έχουμε δει και χειρότερα.
Άλλωστε αυτή κοιμόταν.
Οπότε ας μην τα ρίχνουμε όλα ελαφρά τη καρδία στο εύκολο θύμα.
Θόλωσε από τη γαϊδουριά της. 
Ούτε τον θερμοσίφωνα δεν είχε ανάψει, ούτε είχε φτιάξει φαγητό.
Τα πήρε ο καημένος ο James.
Ως εκεί τον δικαιολογούμε λόγω των ανατολίτικων επιρροών της κοινωνίας μας.
Μετά βλέπουμε τον άντρα να γουστάρει να "γρασάρει την μπετούγια"¨αλλά αυτή να το παίζει δύσκολη οπότε φυσιολογικά και αυτός αποκρίνεται :"Εντάξει. Πάω πάνω να τον παίξω μόνος μου"!
Εντάξει φίλε James συγγνώμη που το λέω έτσι ωμά, αλλά στα αρχίδια μας που θα πας και τι θα κάνεις!`
Πήγαινε και κάνε το καυλί σου να φτύσει σούπα βελουτέ με μπρόκολο ή να βήξει ματωμένα σανδάλια βουδιστή μοναχού με μυκητίαση, αλλά σε παρακαλούμε δεν θέλουμε να ξέρουμε τι κάνεις εσύ και το πουλάκι σου όταν είστε μόνοι.
Κράτα λίγο το επίπεδο.
Παρένθεση.
Που θα πάει ρε σύντροφε αυτή η μαλακία με το ότι η γυναίκα έχει πάντα δίκιο.
Όταν βλέπουμε ταινίες όπου ο σύζυγος δεν πηδάει τη γυναίκα του όπως λόγου χάρη στο mini series του Bergman "Scener ur ett Aktenskap", η γκόμενα πέφτει σε κατάθλιψη.
Όταν πάλι ο άντρας ψήνεται για καθημερινά kinky παιχνιδάκια, η γκόμενα μας τα μασάει και πάλι πέφτει σε κατάθλιψη.
Οπότε βάσει των παραπάνω επιστρέφουμε στο συμπέρασμα στο οποίο έφτασε και ο πρώτος άνδρας Homo Sapiens πριν από 200.000 έτη και που σκάλισε σε πέτρες σε προϊστορικά σπήλαια και το οποίο έχει ως εξής: "Ούγκα μπούγκου Λούγκι παρ Τάγκο σάπο Μαρέγκε Παπα' Τζίγκντ πούτα κοροκό",
που σε απλά ελληνικά μεταφράζεται ως: 
"Χτύπα την πουτάνα στο κεφάλι με ένα ρόπαλο και 
άσε τον άνεμο να σου γαργαλάει παιχνιδιάρικα τα αρχίδια".
Ξεφύγαμε όμως για μια ακόμη φορά.
Πάμε στον βασικό χαρακτήρα της ταινίας, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον μέγα τσαντίλα Joseph.
Γενικά αυτόν τον τύπο εάν τον άφηνες σε ένα δωμάτιο μαζί με μια καλόκαρδη μουγκή ηλικιωμένη καλόγρια που πλέκει σεμεδάκια θα ήταν ικανός να της βγάλει τα μάτια με το βελονάκι και να τη δείρει μέχρι θανάτου γιατί μπορεί να τον προκαλούσε...η σιωπή της η ακόμη και μια λάθος σταυροβελονιά.
Είναι λίγο ευέξαπτος...
Μισεί τους πάντες και τα πάντα, προσπαθεί να ξεχάσει οτιδήποτε του φέρνει αναμνήσεις από μια παλιότερη ζωή και για να μη μακρηγορούμε, η "γραμμή της καρδιάς" στην παλάμη του, γράφει ξεκάθαρα και με μεγάλα μαύρα γράμματα "Ψωλοβρόντης ο Κοινός".
Ο ρόλος του Joseph για να μπαίνουμε σιγά, σιγά πιο βαθιά στο concept του έργου θα μπορούσε κάλλιστα να δοθεί στον υπέρτατο Τάκη Τσουκαλά, εάν βέβαια αυτός για τις ανάγκες της ταινίας αποχωριζόταν το μαλλί αλά Γιοκαρίνης, το οποίο ήταν στην μόδα όταν ακόμη η Maddona είχε ανέπαφο τον παρθενικό της υμένα (Πηγή: The History of the Ancient World: From the Erliest Accounts to the Fall of Rome / Susan Wise Bauer 2007).
Σε γενικές γραμμές η Hannah μαθαίνει από τον Joseph να εξωτερικεύει τα συναισθήματα που καθημερινά απωθούσε σε μια σκοτεινή γωνίτσα του εγκεφάλου της, ενώ αυτός να συγκρατεί τα νεύρα του.

Θα αναρωτιέσαι μικρέ μου αναγνώστη που καταλήγει αυτή η ανταλλαγή κοσμοθεωριών ανάμεσα σε δύο προβληματικούς;
Θα σου απαντήσω λοιπόν...
(SPOILER)
Η Hannah σφάζει σαν αρνί τον Πορνο-Μπάτμαν με τον οποίο ήταν παντρεμένη και καταλήγει να σαπίσει στην ψειρού, ενώ ο γλυκός Joseph κόβει το αλκοόλ και τις μπαρότσαρκες για να γίνει χρήστης τσαγιού (!) και να αρχίσει τις επισκέψεις στο νεκροταφείο αφήνοντας λουλούδια στον τάφο του φίλου του. 
Ρε πάτε καλά!
Αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί Happy Ending μόνο από τη γριά μάνα ενός πρεζάκια!
Ακόμη και ο πρεζάκιας θα έκλαιγε με λυγμούς από τη στεναχώρια και αυτό πιθανότατα θα τον οδηγούσε στη μοιραία δόση...
Όπως και να έχει όμως, εμείς αγαπήσαμε το συγκεκριμένο ταινιάκι και επειδή είμαστε αντισυμβατικά και ολίγον μαλακισμένα όντα, μεθύσαμε με την μαυρίλα και τον Βρετανικό πεσιμισμό του "ψαρά" Considine που ότι ήταν να πει σχετικά, το ξεδίπλωσε σαν γιαπωνέζικη βεντάλια στο μεγάλο πανί.
Ε και ναι λοιπόν, έχει και το δίκιο του... 
Ένα σκυλί είναι όπως το μάθεις...

3,4 / 5

Alternative Title: Gamostavros
Alternative Soundtrack: Fuck You - Archive
Tags: Homo Sapiens , Ψωλοβρόντης, Τσουκαλάς, Πρεζάκιας, Κοροκό
Σου Άρεσε: Πεσιμιστής και μονόχνοτος παπάρας όπως είσαι ταυτίστηκες με τον πρωταγωνιστή. Αγαπημένο σου χρώμα το μπλε σκούρο και ιδανική γυναίκα για εσένα η μουγκή καθυστερημένη γκουβερνάντα του ανιψιού σου. Το αλκοόλ είναι ο καλύτερος σου φίλος και μάλλον θα παραμείνει ο μοναδικός...
Δεν σου Άρεσε: Κοίτα, καταλαβαίνω ότι το να παρακολουθείς μια ταινία που δεν σε κάνει να χαμογελάς κάπου σε κουράζει γιατί σου προκαλεί άσχημα συναισθήματα. 
Από την άλλη όταν χαμογελάς εσύ, συνήθως η ταινία που προβάλλεται απευθύνεται σε ηλικιακές κατηγορίες 2-10 ετών οπότε δεν αρέσει σε εμάς τους λίγο μεγαλύτερους... 
Έτσι λοιπόν για να μην υπάρξει περαιτέρω πρόβλημα και για να μην διασταυρώνονται συχνά οι δρόμοι μας στις κινηματογραφικές αίθουσες θα σε παρακαλούσα όταν πέσει η νύχτα να πάρεις την οδοντόβουρτσα σου και να πας να πλύνεις τα δόντια σου πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές ενώ οι προβολείς του τρένου θα πλησιάζουν με ταχύτητα κατά πάνω σου. 
Ζήσε την εμπειρία με μια Colgate Triple Action.
Δεν θα μείνει ούτε ίχνος...

PieRRot Le Fou



Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ "BLADE RUNNER FINAL CUT"






Είναι εύκολο να χαθείς ανάμεσα στις διάφορες εκδόσεις του "Blade Runner". Από το 1982 (που κυκλοφόρησε)  μέχρι σήμερα έχει 5 επίσημες εκδόσεις, με μεγάλες ή και μικρές αποκλίσεις μεταξύ τους στις οποίες οι δημιουργοί είχαν μικρό λόγο. 

Το παραπλανητικά ονομαζόμενο «Directors Cut» που κυκλοφόρησε το 1991 ήταν απλά βασισμένο σε σημειώσεις του Scott και με καμιά ανάμιξη από τον ίδιο. Τουλάχιστον ο σκηνοθέτης επανέφερε το τέλος που ήθελε και αφαιρέθηκε η αφήγηση κατά την διάρκεια της ταινίας. 

Το 2007 ο Ridley Scott θέλησε να βάλει ένα τέλος και επέβλεψε το “Final Cut”, όπου και είναι αυτό που αποτελεί την αφορμή για αυτή την σύντομη ματιά σε αυτό το αριστούργημα.



Ας ξεκινήσουμε με ένα ερώτημα.
Γιατί όλος αυτός ο χαμός με τις διαφορετικές εκδόσεις; 
Η απάντηση είναι απλή. 
Ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του και το studio φοβήθηκε ότι δεν θα καταλάβει ο κόσμος τίποτα. Όχι βέβαια ότι άλλαξαν και πολλά πράγματα με την κοπτοραπτική καθώς όταν προβλήθηκε ήταν εμπορική αποτυχία (ειδικά στη βόρειο Αμερική), ενώ δίχασε και τους κριτικούς. Τα πράγματα άλλαξαν όταν κυκλοφόρησε στη νεοσύστατη, τότε, αγορά του βίντεο, όπου απέκτησε cult status, για να μιλάμε πλέον για μια κλασσική ταινία με τεράστια επιρροή και εκτός κινηματογράφου (λόγου χάρη στο cyberpunk).

Η παραγωγή είχε προβλήματα από την αρχή, από το ξεκίνημα της ιδέας να γίνει ταινία το βιβλίο του P.K Dick “Do androids dream of an electric sheep?”.  
Ο Dick χαρακτηριζόταν ως παράξενος και ιδιόρρυθμος, γιατί δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο Hollywood (…) για το πως θα διαχειριστεί το έργο του.  Ο παραγωγός Michael Deeley έχοντας και περγαμηνές για την δουλειά του όπως στο Deer Hunter, The Italian Job, The Man Who Fell To Earth, κατάφερε να τον πείσει. Στο άρμα της παραγωγής τότε προστέθηκε ο Ridley Scott, που όταν κατέρρευσε η προσπάθεια του να γυρίσει το Dune και τον ταυτόχρονο θάνατο του μεγάλου του αδερφού, αναζήτησε ένα εύκολο project να καταπιαστεί, ώστε να ξεχαστεί. Πιο έξω, σίγουρα, δεν θα μπορούσε να πέσει όπως θα δούμε αργότερα.
 
Επιστολή του Dick σχετικά με το "Blade Runner"
Η επιλογή του πρωταγωνιστή ήταν το επόμενο ένα θέμα. 
Ο Harrison Ford δεν ήταν ο πρώτος στη λίστα. Όσο και αν φαίνεται δύσκολο πλέον να το φανταστεί κάποιος, δοκιμαστικά είχε ξεκινήσει ο Dustin Hoffman μέχρι που τελικά να καταλήξουν ότι είχαν διαφορετική οπτική για την ταινία. 
Ο Ford όντας στο απόγειο της καριέρας του, με τα "Star Wars" και τον "Indiana Jones", ήθελε μια ταινία με δραματικό βάθος, πράγμα που το πέτυχε, όπως επιπλέον κατάφερε να διαφοροποιηθεί από τις προηγούμενες του δουλειές. Η low key η ερμηνεία του φέρνει ποιότητα και δίνει βάθος στο χαρακτήρα του Deckard.

Καλώς ή κακώς όμως τις εντυπώσεις τις κερδίζει ο Rutger Hauer. 
Ήταν η εύκολη επιλογή στο casting. Ήταν τα πρώτα του βήματα τότε στο Holywood και όμως ήταν ατρόμητος, όχι τόσο στους ρόλους που επέλεγε, αλλά στις ερμηνείες του που ήταν πολλές φορές ανώτερες από ίδιο του το υλικό. Σε τούτη τη ταινία, έδωσε το καλλιτεχνικό του στίγμα, μετουσιώνοντας ένα ανδροειδές-πολεμική μηχανή (με άλλο σκηνοθέτη και ηθοποιό άνετα θα κατέληγε σε …Terminator), σε ένα ον που προσπαθεί να αποκτήσει τα ανώτερα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Εδώ είναι μία από τις περιπτώσεις που βρήκε ταινία αντάξια του, και που όπως παραδέχεται ο ίδιος, είναι ότι καλύτερο έχει γυρίσει. Έδωσε στοιχεία και ιδέες στο χαρακτήρα, που ώθησαν τη ταινία σε μια άλλη διάσταση κλέβοντας έτσι την παράσταση (όπως κάνει πάντα η αλήθεια όταν βρίσκεται στο γυαλί).


Ακόμα και ο παραμικρός ρόλος είχε την σημασία του στον κόσμο του Βlade Runner. 
Για παράδειγμα ο Edward James Olmos μπορεί να είχε μικρή συμμετοχή αλλά κάθε ιδέα για το πως θα μιλήσει και σε ποια γλώσσα (δεν έλεγε ασυναρτησίες αλλά χρησιμοποίησε μια παραλλαγή της Esperanto) και το πώς θα ντυθεί, ήταν καθαρά δίκη του εργασία και έτσι κατάφερε να δώσει βάρος στην ερμηνεία του, ακόμα και στα “15 λεπτά” που εμφανίζεται συνολικά.
Αυτό ίσχυε και για κάθε μέλος του casting. Δεν υπάρχει ούτε ένας που απλά να φεύγει αδιάφορα. 
Χωρίς να δίνεται exposition, χωρίς φλυαρίες, μπορούμε να νοιαστούμε και να σχηματίσουμε εικόνα για κάθε έναν ξεχωριστά (πόσο χρόνο στη ταινία είχε ο Κινέζος κατασκευαστής ματιών, ή το «αφεντικό» του Deccard).


Όλοι οι χαρακτήρες πλαισιώνονται από την εικαστική ματιά του σκηνοθέτη. Κάθε εικόνα έχει μια ιστορία να πει, κάθε πλάνο έχει μέσα του ένα κόσμο που λες και υπήρχε εκεί από πάντα και έχει βιώσει γραμμική εξέλιξη. Σίγουρα η ομάδα των οπτικών εφέ έδωσε τον καλύτερό της εαυτό. Τα πάντα σε μακέτες και τα πάντα τόσο μα τόσο πιστευτά, που  κοιτάνε στα μάτια ακόμα και τι καλύτερες CGI δουλείες του σήμερα.
Ο κόσμος της ταινίας δεν είναι ρεαλιστικός με βάση την σημερινή πραγματικότητα αλλά είναι ρεαλιστικός με την πραγματικότητα της ταινίας στην οποία έχεις βυθιστεί. Οι υπνωτικοί φωτισμοί και ήχοι, είναι τα όπλα του σκηνοθέτη, που έμαθε να τα χειρίζεται στην εντέλεια, από το παρελθόν του στη διαφήμιση.
Ο Scott για χρόνια διατηρούσε διαφημιστική εταιρία με τα αδέρφια του, με μεγάλη επιτυχία. Όταν όμως έχεις όραμα, θες κάτι πολύ περισσότερο από το να χρησιμοποιείς την τεχνική σου για τους άλλους, θες να παράγεις τέχνη και το "Blade Runner" δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα έργο τέχνης, για το οποίο εργάστηκαν εκατοντάδες άτομα (400-500 άτομα ήταν μόνο οι χτίστες και οι μαραγκοί....).


Μένοντας ακόμα στα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για  τη μουσική του Vangelis, που θα στέκει για πάντα ανάμεσα στις καλύτερες δουλειές αυτού του μουσουργού. Άλλες φορές noir άλλες φορές με ethnic χρώματα  πάντα όμως με αγνή προοδευτική αντίληψη, ακολουθεί τις βασικές ιδέες του σεναρίου και λειτουργεί ως καταλυτής στο να διεισδύσουμε στο σκοτεινό, αποπνιχτικό, γεμάτο μοναξιά και υπαρξιακά αδιέξοδα, κόσμο του "Blade Runner".


Το σενάριο όπως διαμορφωνόταν και οι ιδέες του Scott είναι φαινομενικά μακριά από το βιβλίο όπως και από τις ιδέες του πρώτου σεναρίου, αλλά η ψυχή και ο κόσμος που είχε χτίσει στο μυαλό του o Dick ήταν εκεί. 
Λίγο πριν πεθάνει παραδέχτηκε επίσημα την αρτιότητα του όλου εγχειρήματος (δυστυχώς δεν πρόλαβε να ζήσει για να το δει ολοκληρωμένο). Εκεί όμως, στις δοκιμαστικές προβολές, όσο ο σκηνοθέτης κέρδιζε το στοίχημα με το όραμα του, έχανε την υποστήριξη του studio, όπου ακούγονταν απίστευτες ατάκες του τύπου “This movie gets worse every screening,” , “Deadly Dull” , “More Tits!”.

Στο χώρο των γυρισμάτων δε, επικρατούσε χάος. Όλα τα γυρίσματα γίνονταν βράδυ, μέσα σε ένα χαμό λάσπης βροχής και τεχνητού καπνού. Ο Scott εκτός από την ζοφερή εικόνα που ήθελε να δημιουργήσει για το μέλλον εξοικονομούσε και χρήματα και έκρυβε τις “τρύπες” μέσα στο σκοτάδι και στον καπνό. Οι εργαζόμενοι τις ταινίας ήταν δακτυλοδεικτούμενοι και αντικείμενο εμπαιγμού από τα γύρο πλατό των άλλων ταινιών, γιατί κυκλοφορούσαν σαν ανθρακωρύχοι στο τέλος των γυρισμάτων που πάντα ήταν ξημερώματα.
Επιπρόσθετα ο Scott δεν ήταν ικανοποιημένος με το ότι δεν μπορούσε να εργαστεί με τους Άγγλους συνεργάτες του και ξέμεινε με τους Αμερικάνους, φέρνοντας τους στα άκρα με τις απαιτήσεις του.
Άπειρα retakes στα γυρίσματα και κόλλημα σε λεπτομέρειες του τύπου θέλω “100 κούπες για καφέ να επιλέξω την σωστή και χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις” είχαν σαν αποτέλεσμα να ακουστούν φοβεροί διάλογοι με τον σκηνοθέτη να βαριέται να  δίνει εξηγήσεις για τα πάντα (“Don't rationalize with me” ήταν η φράση που τέλειωσε άδοξα έναν από τους διαλόγους με τον art director). Από τη άλλη μεριά όμως ήταν όλοι εξαιρετικά ταλαντούχοι (άλλη μια μνεία πρέπει να γίνει και στο διευθυντή φωτογραφίας που υπέμεινε όλα αυτά τα καπρίτσια έχοντας, μη διεγνωσμένο parkinson) και στο τέλος, το αποτέλεσμα δικαίωσε τις επιλογές.
 
Τα προβλήματα δεν είχαν τελειωμό, έγιναν αρκετές παρεξηγήσεις καθ’ όλη την διάρκεια της παραγωγής, από την αλλαγή του αρχικού σεναριογράφου-παραγωγού της ταινίας (γιατί ξέχναγε ότι η ταινία είναι του Scott), την δυσαρέσκεια του Harrison Ford (είχε μάθει στα νταντέματα του Spielberg), την απειρία της Sean Young να διαχειριστεί τη βαρβαρότητα και την απολυταρχία του σκηνοθέτη (με τον Ford να προσπαθεί να της δώσει ένα οδηγό επιβίωσης), έως τις αλλαγές της τελευταίας στιγμής στο σενάριο, ακόμα και από τους ηθοποιούς (Rutger Hauer).

Και όμως, αν δει κάποιος το ντοκιμαντέρ για το Blade Runner, Dangerous Days, δεν θα ακούσει να κατηγορεί κανείς, κανέναν και στο τέλος, όλοι παραδέχονται ότι τα πάντα έγιναν όπως έπρεπε. Αξιοθαύμαστο κατά την γνώμη μου.

Θα πάρει πολλές σελίδες, αν μπεις στη διαδικασία να γράψεις για το τι έγινε στα γυρίσματα της ταινίας. Από τις λεπτομέρειες που κόστιζαν χρόνο και χρήμα μέχρι το χτίσιμο των κτιρίων.
Εικαστικά λοιπόν, η ταινία είναι δουλεμένη σχολαστικά. 
Από εκεί και πέρα όμως τι; 
Σε ένα ποιο σημαντικό επίπεδο, η ταινία θέτει ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση. 
Ένα ρομπότ θα έχει ποτέ το δικαίωμα να μάθει τον έρωτα; 
Να αγαπήσει την ποίηση, να απαγγέλλει Tolkien (όπως κάνει ο Rutger Hauer σε μια σκηνή) ή να μάθει την αξία της ζωής; 

Και αν ναι, ποια είναι η πραγματική φύση του ανθρώπου τελικά; Είναι τόσο σημαντικές οι αναμνήσεις που ακόμα και φυτεμένες μπορούν να αποτελέσουν βιωματική-συναισθηματική εμπειρία;
Μπορεί να επεκταθεί η αλληλουχία των ερωτήσεων και να δημιουργηθούν και άλλες ,για την μοναχική φύση του ανθρώπου, τη δημιουργία… 
Όμως δεν υπάρχει ίχνος διδακτισμού στο Blade Runner και θα ήταν άδικο να πέσουμε σε αυτή τη παγίδα σε τούτη τη παρουσίαση. Υπάρχουν προτάσεις και ο θεατής επιλέγει. 
Εκεί είναι η ψυχή της ταινίας και όπως κάθε μεγάλης ταινίας.

MaNNi